Εδώ και καιρό νιώθω ότι θέλω να κάνω ένα διάλειμμα
Δεν είναι ότι δεν αγαπώ τη δουλειά μου. Ούτε ότι δεν μου αρέσει ή ότι δεν χαίρομαι με καθετί που δημιουργώ.
Το αντίθετο.
Είμαι πολλά χρόνια σε μια εταιρεία που μεγαλώνει, αλλάζει και ωριμάζει — και μαζί της μεγαλώνω, αλλάζω και ωριμάζω κι εγώ.
Όμως, όσο γοητευτικό κι αν είναι το marketing, κάποιες φορές νιώθω ότι βομβαρδίζομαι. Κυριολεκτικά.
Από πληροφορίες που πρέπει να προλάβω να αφομοιώσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Από νέες τάσεις, εργαλεία και πρακτικές που πρέπει να αξιολογήσω και, αν έχουν αξία, να τις μετατρέψω —με σχέδιο— σε πράξη στην καθημερινή μου εργασία.
Και, φυσικά, να μεταφέρω αυτή τη γνώση στην ομάδα μου ή να τη συντονίσω, ώστε όλα όσα σκεφτόμαστε να καταλήξουν κάπου ουσιαστικά.
Όταν όλα αλλάζουν πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνουμε
Και ναι, ωραίο το AI. Πραγματικά, δεν ξέρω πώς δουλεύαμε παλιότερα χωρίς αυτό. Αλλά είναι πολλά τα καινούρια. Και αλλάζουν με εξωφρενική ταχύτητα.
Την ίδια στιγμή, το διαδίκτυο —και κυρίως τα social media— έχει γεμίσει με περιεχόμενο που μοιάζει να έχει παραχθεί από την ίδια μηχανή: ίδιες φράσεις, ίδια hooks, ίδια βίντεο, ίδιες συμβουλές, ίδια «μυστικά επιτυχίας».
Ακόμη κι όταν το περιεχόμενο έχει αξία, η υπερβολική τυποποίηση σε κάνει να το προσπερνάς.
Και μετά είναι τα courses.
Όλοι κάπου διδάσκουν κάτι. Όλοι μεταλαμπαδεύουν την εμπειρία τους. Όλοι έχουν μια μέθοδο, ένα framework, πέντε βήματα, δέκα μυστικά και έναν τρόπο να αλλάξεις τη ζωή ή τη δουλειά σου.
Τι να πρωτοπαρακολουθήσουμε; Ποιον να ακολουθήσουμε; Και, κυρίως, με ποια κριτήρια να αποφασίσουμε ποιος πραγματικά αξίζει τον χρόνο και την εμπιστοσύνη μας;
Γιατί, τελικά, πόσο αληθινό είναι αυτό που βλέπουμε;
Ο καθένας μπορεί πλέον να δημιουργήσει την persona που επιθυμεί, ακολουθώντας τις τάσεις και μερικές δοκιμασμένες οδηγίες προσωπικού branding.
Θα μου πεις, αυτό συνέβαινε πάντα. Ναι, φυσικά. Οι άνθρωποι ανέκαθεν επέλεγαν τι θα δείξουν και τι θα κρύψουν, πώς θα παρουσιαστούν και ποια εικόνα θα καλλιεργήσουν προς τα έξω.
Μόνο που σήμερα έχει αλλάξει η έκταση και η ένταση του φαινομένου. Κάποτε αφορούσε κυρίως ανθρώπους που διαχειρίζονταν επαγγελματικά τη δημόσια εικόνα τους. Τώρα, ο καθένας μπορεί να χτίσει, με εντυπωσιακή ευκολία, μια ολόκληρη εκδοχή του εαυτού του — όχι απλώς πιο προσεγμένη, αλλά συχνά πολύ διαφορετική από αυτό που πραγματικά είναι.
Και αυτό το βρίσκω τρομακτικό.
Κυρίως, όμως, το βρίσκω αφάνταστα κουραστικό. Να ψάχνεις μέσα σε τόσο θόρυβο, προσπαθώντας να ξεχωρίσεις ποιος έχει κάτι ουσιαστικό να σου προσφέρει και ποιος απλώς έχει μάθει να παρουσιάζει καλά τον εαυτό του.
Έτσι, ενώ η δουλειά μου εξακολουθεί να μου αρέσει και να με γοητεύει, κάποιες φορές μοιάζει εξοντωτική.
Νιώθω ότι οι ρυθμοί της αλλαγής με κουράζουν. Και ότι δεν θέλω να συμμετέχω σε όλη αυτή την παράσταση των πλασματικών personas και των τεχνητών αναγκών που δημιουργούμε και μετά προσπαθούμε απεγνωσμένα να καλύψουμε.
Μήπως έχουμε χάσει την ουσία;
Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι αν όλο αυτό σημαίνει κάτι μεγαλύτερο.
Αν έχουμε αρχίσει όλοι να τρέχουμε πίσω από κάτι που δεν ξέρουμε ακριβώς τι είναι. Όλα κινούνται γρήγορα. Όλοι πρέπει να φαίνονται, να μιλούν, να παράγουν, να δημιουργούν συνεχώς κάτι καινούριο — ακόμη κι όταν αυτό το καινούριο δεν έχει τίποτα ουσιαστικό να προσθέσει.
Περισσότερο περιεχόμενο. Περισσότερες εικόνες. Περισσότερες απόψεις. Περισσότερες ανάγκες.
Και μέσα σε όλο αυτό το «περισσότερο», η ουσία μοιάζει να λιγοστεύει.
Ίσως δεν κουραστήκαμε μόνο επειδή όλα αλλάζουν γρήγορα. Ίσως κουραστήκαμε επειδή τρέχουμε διαρκώς, χωρίς να είμαστε πια βέβαιοι προς τα πού πηγαίνουμε και αν αυτό που κυνηγάμε έχει πραγματικά σημασία για εμάς.
Μήπως τελικά έχουμε μπερδέψει την κίνηση με την πρόοδο; Την ορατότητα με την αξία; Την παραγωγή με τη δημιουργία;
Και φοβάμαι πως, κάπου στη διαδρομή, χάσαμε την ουσία. Ή, ακόμη χειρότερα, συνηθίσαμε τόσο πολύ στον θόρυβο, που δεν καταλαβαίνουμε πια ότι λείπει.
Όλο λέω ότι θα πάρω τον χρόνο μου για να αποφασίσω.
Και όλο γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο.
Τη μία πέφτω με τα μούτρα για να μάθω όσα περισσότερα μπορώ. Την άλλη θέλω να απομακρυνθώ από όλα και να αναζητήσω κάτι πιο ήσυχο. Κάτι με λιγότερο θόρυβο. Κάτι που να μην απαιτεί να είμαι διαρκώς ενημερωμένη, παρούσα και διαθέσιμη.
Όμως ξέρεις τι σκέφτομαι;
Το μικρόβιο είναι ακόμη εκεί. Και μάλλον δύσκολα θα ξεκολλήσω εντελώς.
Γιατί, ό,τι κι αν κάνουμε στη ζωή, κάπου συναντάμε το marketing. Old school, new school — αν δεν επικοινωνήσεις αυτό που κάνεις, αν δεν το δείξεις, αν δεν το τοποθετήσεις κάπου στον κόσμο, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μη φανεί ποτέ.
Και ίσως η πιο δύσκολη απόφαση να είναι ακριβώς αυτή:
Θέλεις να μη φαίνεσαι;
Και αν ναι, το αντέχεις;
Το αντέχει η τσέπη σου; Το αντέχει το εγώ σου; Το αντέχει η ανάγκη σου να δημιουργείς κάτι που θα φτάσει και στους άλλους;
Δεν ξέρω.
Μου φαίνεται πως αυτή η ερώτηση είναι πολύ πιο δύσκολο να απαντηθεί απ’ όσο θα ήθελα. Τουλάχιστον από εμένα.
Οπότε θα πάρω τον χρόνο μου στις διακοπές.
Μήπως, λέω μήπως, ένα πρωί ξυπνήσω και πω:
«Αυτό θέλω».
Τελεία και παύλα.
Ίσως, αν είμαι τυχερή.
Και εύχομαι, αν κάνεις κι εσύ παρόμοιες σκέψεις, να έρθει εκείνο το πρωί που η απάντηση θα μοιάζει ξαφνικά ξεκάθαρη.
Φιλικά,
Σ.


